Ἁγία Κυριακὴ Κερατέας

Ἡ Ἁγία Κυριακὴ Κερατέας εἶναι ἕνας μονόχωρος καμαροσκεπὴς ναΐσκός τοῦ ὁποίου ἡ ἀνέγερσις χρονολογεῖται περὶ τὸν 11ο αἰῶνα, δηλαδὴ κατὰ τὰ τέλη τῆς μεσοβυζαντινῆς καὶ τίς ἀρχὲς τῆς ὑστεροβυζαντινὴς περιόδου. Πιθανῶς νὰ εἶναι κτισμένη στὴ θέση ὅπου ἄλλοτε ὑπῆρχε ἀρχαῖος ναός. Τὸ μαρτυροῦν τὰ ἀρχαῖα σπαράγμα ποὺ βρίσκονται διάσπαρτα στὴν πέριξ τοῦ ναοῦ περιοχή. Οἱ ἀρχαῖοι ναοὶ ἦταν ἀποτελέσματα χαρᾶς καὶ νίκης. Προηγήθηκαν τὰ δωρικὰ κάστρα, οἱ προελληνικὲς λάρισσες, τὰ κυκλώπεια τείχη. Ὕστερα ἦρθε ἡ ἰσορρόπηση κι ἡ γαλήνη. Οἱ γραμμὲς τοῦ κάλλους ποὺ στόλισαν τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν κι ἔκαναν τὸ φῶς τοῦ ἀττικοῦ ἥλιου νὰ κυνηγᾷ τίς σκιὲς ἐπάνω στὰ μάρμαρα τοῦ Παρθενῶνος. Κι εὐθὺς ἀμέσως ἀκολούθησε ἡ ἁγιότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἔτσι τὸ πρόσωπο τοῦ ἀττικοῦ τοπίου εἶναι σήμερα ἕνα παλίμψηστο ἀπὸ δώδεκα κύριες ἀπανωτὲς γραφές: Σύγχρονη, του Εἰκοσιένα, τῆς Τουρκοκρατίας, τῆς Φραγκοκρατίας, τοῦ Βυζαντίου, τῆς Ρώμης, τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, τῆς Κλασικῆς, τοῦ Ἰωνικοῦ ρυθμοῦ, τῆς Μυκηναϊκῆς, τῆς Αἰγαιϊκής, τῆς Λίθινης. Τὸ ἀττικὸ τοπίο δὲν μᾶς δίνει ποτέ, ἂν ξέρουμε νὰ τὸ ἀκοῦμε κι ἂν τὸ ἀγαποῦμε, μιὰ ἀφιλοκερδῆ ἀνατριχίλα ὡραιότητος.

Κοιτάζουμε τὸν σημερινὸ ναὸ ποὺ στέκει ἐκεῖ σὰν ζωντανὴ προσευχὴ γιὰ χίλια περίπου χρόνια. Τὸ μνημεῖο ἐκεῖνο ποὺ σηματοδοτεῖ τὴν κάθοδο τοῦ οὐρανοῦ στὴ γῆ, ποὺ κάνει δυνατὴ τὴν ἀναφορὰ τῆς γῆς στὸν οὐρανό. Στὸ δυτικὸ του τμῆμα ἔχει προστεθεῖ μεταγενέστερος νάρθηκας μεγαλυτέρων διαστάσεων ποὺ φέρει γλυπτά. Ὁ ναΐσκος, τὸν ὁποῖον οἱ Ἀρβανῖτες βρῆκαν ὅταν προνοιάσθηκαν στὴν περιοχή, εὑρίσκεται στὴν τοποθεσία Μεγάλη Αὐλή, στὴν ὁποία ὑπῆρχε ἕως καὶ τοὺς ὕστερους χρόνους τῆς τουρκοκρατίας ἕνας ἀπὸ τοὺς οἰκισμοὺς ποὺ συναποτελοῦσαν τὸ κατούντι τῆς Κερατιάς. Ἄλλοι οἰκισμοὶ ἦσαν στὸ Λιούμι, τὴ Βαλμέσα, τὴν Αὐλίζα, τὴ Μαρίστρα, τὴ Ντάρδεζα κ.α. ἐξ’ οὖ καὶ οἱ ξένοι περιηγητὲς ποὺ κατέφθασαν κατὰ καιροὺς στὴν Κερατιὰ τὴ χαρακτήρισαν “ἀραιοκατοικημένη”. Οἱ Ἀρβανῖτες ἐπήλυδες πληθυσμοὶ σεβάστηκαν τὸ χριστιανικὸ μνημεῖο καὶ τὸ ἀπεκάλεσαν “Σσeν Djελλι” Ἅγιο Ἥλιο.

Ἡ εἴσοδος στὸν νάρθηκα τοῦ ναΐσκου γίνεται ἀπὸ μία τοξωτὴ θύρα μὲ ὑπέρθυρο κόγχη ὅπως συνηθίζεται στοὺς περισσότερους ναΐσκους. Ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ ὑπερθύρου εὑρίσκονται ἐντοιχισμένα δύο παλαιοχριστιανικὰ ἐπιθήματα τα ὁποῖο φέρουν ἀναγλύφους σταυροὺς ἐντὸς κύκλων. Ἡ εἴσοδος ἀπὸ τὸν μεταγενέστερο χρονολογικῶς νάρθηκα στὸν κυρίως ναὸ γίνεται ἀπὸ ἕνα διπλό, δίλοβο ἄνοιγμα, ποὺ σχηματίζεται ἀπὸ δύο τόξα τὰ ὁποῖα στηρίζονται στὸ μέσον ἀπὸ ἕναν ἀράβδωτο χαμηλὸ κίονα. Κατόπιν διακρίνεται τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ τὸ ὁποῖο ἔχει μιὰ μόνον εἴσοδο, ἐκείνη τῆς Ὡραίας Πύλης κι εἶναι κτιστὸ. Τὸ ἱερὸ τοῦ ναοῦ καταλήγει σὲ μιὰ ἡμικυκλικὴ εὐρύχωρη κόγχη μὲ ἕνα πολεμιστροειδὲς στενόμακρο παράθυρο, τὸ μοναδικὸ στὸν ναό, στὴ βάση τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἐντοιχισμένη ἐπιτύμβια μαρμάρινη στήλη ποὺ φέρει τὴν ἐπιγραφή: «Ἀρτέμιον Εὐκράτου Μιλησία».

Οἱ ἐσωτερικοὶ τοῖχοι τοῦ ναοῦ καλύπτονται ἀπὸ δύο στρώματα ἁγιογραφίας, ποὺ τὴν ἔχουν ξεθωριάσει πιὰ οἱ αἰῶνες, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἀρχαιότερο ἀνάγεται πιθανῶς στὸ τέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς δυναστείας τῶν Κομνηνῶν. Μιὰ ἐπιγραφὴ ποὺ ἔχει ἔρθει στὸ φῶς φέρει τὴν ἡμερομηνία 1197. Στὸ νότιο κλίτος τοῦ ναοῦ εἰκονίζονται σκηνὲς ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ δράση τοῦ Χριστοῦ ὅπως ἡ Βαϊοφόρος, ἡ Ὑπαπαντή, ἡ Γέννησις, καθὼς καὶ δύο Ἅγιοι. Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου εἰκονίζεται στὴν κορυφὴ τοῦ ἱεροῦ καὶ στὴν ἁψῖδα ἐπάνω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, ἔνθρονη ἡ Θεοτόκος βρεφοκρατοῦσα, δορυφορούμενη ὑπὸ Ἀγγέλων. Στὴν Ἁγία Πρόθεση εἰκονίζεται ὁ Μελισμὸς τοῦ Κυρίου. Στὸ βόρειο κλίτος τοῦ ναοῦ εἰκονίζονται καὶ πάλιν σκηνὲς ἀπὸ τὴν ἐπίγειο ζωὴ καὶ δράση τοῦ Ἰησοῦ ὅπως οἱ Μυροφόροι, ἡ ἔγερσις τοῦ Λαζάρου, ἡ εἰς Ἄδου Κάθοδος, καθὼς καὶ ὁ ἅγιος Εὐστάθιος ἔφιππος σὲ ἕνα ἄσπρο ἄλογο, ἐνῷ ἐπάνω ἀπὸ τὸν Ἅγιο εἰκονίζεται σκηνὴ ἀπὸ τὸ ὅραμα του μὲ τὴν ἔλαφο.

Ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ παλαιότερη ἐπίστρωση εἰκόνων τοῦ ναοῦ ἔχουν ἔρθει στὸ φῶς ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Θεόδωρος. Εἰδικὰ οἱ στρατιωτικοὶ αὐτοὶ Ἅγιοι φανερώνουν ὅτι ἁγιογραφήθηκαν σὲ περιόδους πολέμου κι ἀγωνίας τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐπίσης ἡ τεχνοτροπία τῆς ἁγιογραφήσεως μοιάζει μὲ ἐκείνη τοῦ ναοῦ τῶν Ταξιαρχῶν στὸ Μαρκόπουλο.

Καθὼς κοιτάζω τίς βυζαντινὲς ἐκεῖνες ἁγιογραφίες ἀναλογίζομαι ὅτι τελικὰ Τέχνη δὲν εἶναι νὰ παριστάνεις τὸ σῶμα, παρὰ τίς δυνάμεις ποὺ δημιούργησαν τὸ σῶμα. Τὴ ρεαλιστικὴ ἀναπαράσταση ὁ μεγάλος τεχνίτης τὴ θεωρεῖ παραμόρφωση καὶ γελοιογραφία τοῦ Αἰωνίου. Μπροστὰ σὲ αὐτὲς τίς μισοσβησμένες εἰκόνες οἱ πρόγονοι μας ἔσμιξαν τὰ δάχτυλα τους καὶ σταυροκοπήθηκαν γιὰ αἰῶνες. Μπροστὰ σὲ αὐτὲς ὁρκίστηκαν νὰ πολεμήσουν γιὰ τὴν ἐλευθερία κι ἄδραξαν μὲ τὰ ροζιασμένα ἀπὸ τὸν κάματο δάχτυλά τους τὸ τυφέκι καὶ τὸ σπαθὶ κι ἐνθυμούμενοι τὸ πατρογονικὸ ἐπάγγελμα τοῦ μισθοφόρου Stradioti τῶν μεσαιωνικῶν Ἀρβανιτῶν προγόνων, ἔδιωξαν τὸν τοῦρκο κι ἐλευθέρωσαν τὸν τόπο. Δὲ νικήσαμε ἐμεῖς, δὲ νίκησε μονάχα ἡ φάρα μας, νίκησε ὁ ἄνθρωπος ποὺ μάχεται νὰ νικήσει τὰ θεριά, τοὺς βαρβάρους καὶ τὸν θάνατο, προχωρῶντας ἀπὸ ἆθλο σὲ ἆθλο. Κι ἡ Ἁγία Κυριακὴ στάθηκε βουβὸς μάρτυρας ὅλων αὐτῶν τῶν γεγονότων.

Μέχρι τα παιδικά μας χρόνια η ἐκκλησία λειτουργεῖτο τακτικὰ κι ἦταν πάντοτε ἀνοιχτή ὥστε νὰ μπορεῖ ὁ διαβάτης νὰ μπεῖ νὰ προσκυνήσει. Τὴν παραμονὴ τῆς πανηγύρεως τοῦ ναοῦ, κατὰ τὸ παλαιὸ ἀρβανίτικο ἔθος, ἀρκετοὶ πιστοὶ ξαγρυπνοῦσαν στὴν ἐκκλησία τελῶντας ἀκολουθίες συνήθως μὲ μόνον τὸν ψάλτη, τὸν ἀείμνηστο μπάρμπα Γιάννη ποὺ εἶχε μιὰ πολὺ γλυκιὰ καὶ μουσικὴ φωνή. Ἡ φωνή του ἀνεβοκατέβαινε ὅλες τίς χαμηλὲς σκάλες τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς κι ὅλη τὴ νύχτα τὸ γλυκόλαλο καὶ νυσταγμένο βουητὸ τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ἀποδείπνου, τοῦ μεσονυκτικοῦ, τοῦ πολυελαίου ξεθύμαινε ἀπ’ τίς χαραμάδες τῆς πόρτας. Καὶ τὸ πρωὶ οἱ εὐλογημένες ἐκεῖνες ψυχὲς ποὺ εἶχαν ὀλονυχτίσει στὴ χάρη της συμμετεῖχαν στὴν πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία, στὸ μέγα ἐκεῖνο μυστήριο ποὺ χαρίζει στὸν κόσμο τὴ γεύσῃ τῆς ἐσχατολογικῆς πραγματικότητος, ἡ ὁποία μπαίνει στὸν κόσμο μὲ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη καὶ κάνει ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ δυνατὴ τὴ θεωσή μας.

Τώρα ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν παρελθὸν ἀφοῦ ἐδῶ καὶ χρόνια ἡ ἐκκλησία εἶναι πλέον κλειδωμένη καὶ ἡ πρόσβαση σὲ αὐτὴν ἀδύνατη. Σὰ νὰ σκλαβωθήκαμε πάλι καὶ μᾶς ἀπαγόρευσαν τὴ λατρεία στοὺς ἱεροὺς τόπους τῶν προγόνων μας. Κλειδωμένοι οἱ ναοὶ μας καὶ σβηστὰ τὰ πολυκάντηλα ὅλα τα λατρείας. Κι οὔτε μποροῦμε πλέον νὰ πᾶμε τὸ δειλινὸ νὰ ἀνάψουμε τὰ καντήλια τοῦ Σσeν Djελλι, τῆς Ἁγίας Κυριακῆς ὅπως ἔκαναν γιὰ αἰῶνες οἱ εὐλαβικὲς Ἀρβανίτισσες τῆς Κερατιάς. Ἔτσι νοιώσαμε ὅτι μπορεῖ νὰ μὴν εἴμαστε πιὰ σκλάβοι, μὰ ὅπως φαίνεται δὲν γινήκαμε ἀκόμα ἐλεύθεροι. Κι ἂν τὰ γράφω ὅλα αὐτὰ τὸ κάνω διότι ὸ νοῦς μας εἶναι εὐάλωτος στὴ λήθη κι ἐγώ, μέσα στὴν τραγικὴ διάβρωση τῶν ἐτῶν, ἀρχίζω καὶ ξεχνῶ ὅλο κι περισσότερα. Καὶ θέλω οἱ μνῆμες μας νὰ μείνουν, γιὰ νὰ ξέρουν οἱ νέες γενιὲς ὅτι οἱ ναοί μας δὲν ἦταν πάντοτε κλειδωμένοι κι ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι κλειδωμένοι, γιατί ἡ πίστη μας εἶναι ζωντανὴ κι ὄχι μουσειακὸ ἔκθεμα.

Κωνσταντῖνος Ἰωάννου Τσοπάνης
Δρ Ἱστορίας καὶ Φιλοσοφίας τῶν Θρησκειῶν

Be the first to comment on "Ἁγία Κυριακὴ Κερατέας"

Leave a comment

Your email address will not be published.


*